Η κετογονική (keto) δίαιτα είναι ένα διατροφικό πρότυπο με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες και μέτρια σε πρωτεΐνη, που στοχεύει στη μετατροπή του μεταβολισμού σε μια κατάσταση που ονομάζεται κέτωση. Στην κέτωση, το σώμα χρησιμοποιεί το λίπος αντί για τη γλυκόζη ως κύρια πηγή ενέργειας, παράγοντας κετόνες στο ήπαρ. Η κετογονική δίαιτα περιλαμβάνει υγιεινά λιπαρά (όπως ελαιόλαδο, αβοκάντο, λάδι καρύδας, βούτυρο και άλλα ζωικά λίπη), μη αμυλώδη λαχανικά (χαμηλών υδατανθράκων), κρέας (με το λίπος του), ψάρι και αυγά, ενώ αποκλείει τη ζάχαρη, τα δημητριακά, τα περισσότερα φρούτα και τα αμυλούχα τρόφιμα.
Μια καλά σχεδιασμένη κετογονική δίαιτα είναι συνήθως πλούσια σε λιπαρά (πάνω από 65%) και εξαιρετικά χαμηλή σε υδατάνθρακες (5 έως 10%). Η κατανάλωση υδατανθράκων, υπερβολικής ποσότητας πρωτεΐνης και ανεπαρκούς ποσότητας λίπους μπορεί να εμποδίσει την παραγωγή κετονών. Κετογονική δίαιτα είναι εκείνη στην οποία τα γλυκογόνα υποστρώματα (μη ινώδεις υδατάνθρακες και γλυκογόνα αμινοξέα) είναι τόσο χαμηλά ώστε να αναγκάζουν το σώμα να βασίζεται κυρίως στο λίπος ως πηγή ενέργειας και να αυξάνει την παραγωγή κετονικών σωμάτων.
Η κετογονική δίαιτα χρησιμοποιείται συχνά για απώλεια βάρους, βελτίωση του σακχάρου, πνευματική διαύγεια και ως υποστηρικτική θεραπεία σε επιληψία, μεταβολικό σύνδρομο και διαβήτη τύπου 2. Μελετάται επίσης η χρήση της κετογονικής διατροφής για την αντιμετώπιση διαφόρων μορφών καρκίνου.
*Η συγκεκριμένη υπηρεσία προσφέρεται μόνο υπό μορφή σεμιναρίων

