Διατροφικά συμπληρώματα που μπορούν να σας προστατέψουν από τον κορονοϊό

Στο άρθρο αυτό θα μάθετε πώς η βιταμίνη C και η βιταμίνη D σε υψηλές δόσεις, ο ψευδάργυρος, η λακτοφερρίνη, το σελήνιο, τα προβιοτικά, η βιταμίνη Α και τα συμπληρώματα σκόρδου μπορούν να σας προστατέψουν από τον κορονοϊό. Αυτά τα διατροφικά συμπληρώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο προληπτικά όσο και θεραπευτικά. Αν κάποιος νοσήσει βαριά από κορονοϊό, τότε θα πρέπει να απευθυνθεί σε γιατρό που ξέρει να κάνει ενδοφλέβια βιταμίνη C.

 

Βιταμίνη C

Η πανδημία του κοροναϊού θα μπορούσε να επιβραδυνθεί δραματικά ή να σταματήσει με την άμεση διαδεδομένη χρήση υψηλών δόσεων βιταμίνης C. Οι γιατροί έχουν επιδείξει την ισχυρή αντιική δράση της βιταμίνης C εδώ και δεκαετίες. Πολλοί ισχυρισμοί έχουν υπάρξει σχετικά με τον ρόλο της βιταμίνης C (ασκορβικό οξύ) στην πρόληψη και αντιμετώπιση του κοινού κρυολογήματος. Η βιταμίνη C σε δόσεις των 5000-20.000 mg έχουν χρησιμοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους ως μια φυσική αντισταμινική και αντιική θεραπεία για την αντιμετώπιση του κοινού κρυολογήματος. Έχουν περάσει τέσσερεις δεκαετίες από τότε που ο Dr. Linus Pauling, ο επιστήμονας που κέρδισε δύο βραβεία Νόμπελ και ίδρυσε την ορθομοριακή ιατρική, έγραψε το βιβλίο «Βιταμίνη C και το κοινό κρυολόγημα» (1). Ο Pauling βάσισε τις θεωρίες του σε διάφορες μελέτες που έδειξαν ότι η βιταμίνη C ήταν πολύ αποτελεσματική στη μείωση της σοβαρότητας των συμπτωμάτων και στη διάρκεια του κοινού κρυολογήματος. Συγκεκριμένα, ο Pauling διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση τεσσάρων ελεγχόμενων με placebo δοκιμών, συμπεραίνοντας ότι είναι εξαιρετικά απίθανο ότι η μείωση των συμπτωμάτων στην ομάδα της βιταμίνης C ήταν τυχαία. Από το 1970 έχουν υπάρξει πάνω από 20 διπλές-τυφλές μελέτες  σχεδιασμένες να εξετάσουν τον ισχυρισμό του Pauling (2).

Η βιταμίνη C αυξάνει την παραγωγή και τη δράση των λευκών αιμοσφαιρίων. Για παράδειγμα, αυξάνει την ικανότητα των ουδετερόφιλων (ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων) να επιτεθεί και να καταπιεί τους ιούς (3-5). Ημερήσιες δόσεις 1 γραμμαρίου (1000 mg) βιταμίνης C έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τη συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα ενός κρυολογήματος. Επιπροσθέτως, πολύ υψηλές δόσεις βιταμίνης C χορηγούμενες πριν ή μετά την έναρξη των συμπτωμάτων έχουν φανεί ότι μειώνουν τα συμπτώματα του κρυολογήματος και της γρίπης. Σε ασυμπτωματικούς νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18-30 ετών, τρεις δόσεις των 1.000 mg ημερησίως βιταμίνης C ή ωριαίες δόσεις των 1000 mg βιταμίνης C για τις πρώτες 6 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων ακολουθούμενες από δόσεις 1000 mg βιταμίνης C τρεις φορές ημερησίως σε συμπτωματικά άτομα, μείωσαν τα συμπτώματα του κρυολογήματος και της γρίπης κατά 85% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo), σύμφωνα με μελέτη του 1999 που δημοσιεύθηκε στο Journal of Manipulative and Physiological Therapeutics (6).

Λόγω του ότι η βιταμίνη C έχει μια ατομικά βασισμένη μέγιστη δόση πριν την εκδήλωση διάρροιας, μερικοί εναλλακτικοί γιατροί χορηγούν σε ασθενείς με βαριά κρυολογήματα 20-30 γραμμάρια ενδοφλέβιας βιταμίνης C κάθε δεύτερη μέρα για τρεις θεραπείες.

Μερικοί αμφισβητούν ότι η βιταμίνη C μπορεί να προλάβει ή να μειώσει τη διάρκεια ενός κρυολογήματος. Έχουν λάθος. Σε επόμενο δημοσίευμά μου θα παρουσιάσω όλες τις μελέτες που δικαιώνουν τον Linus Pauling.

Είναι πολύ σημαντικό να μεγιστοποιηθεί η αντιοξειδωτική ικανότητα του σώματος και η φυσική ανοσία για την πρόληψη και την ελαχιστοποίηση των συμπτωμάτων όταν ένας ιός επιτίθεται στο ανθρώπινο σώμα. Το περιβάλλον του ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με έναν ιό είναι ζωτικής σημασίας. Η πρόληψη είναι προφανώς ευκολότερη από τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών.

Η βάση για τη χρήση υψηλών δόσεων βιταμίνης C για την πρόληψη και την καταπολέμηση των ασθενειών που προκαλούνται από ιούς μπορεί να αναχθεί στην πρώιμη επιτυχία της βιταμίνης C κατά της πολιομυελίτιδας, που αναφέρθηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1940 (7). Πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν, και ακόμα εκπλήσσονται, όταν το μαθαίνουν αυτό. Περαιτέρω κλινικά στοιχεία δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, οδηγώντας σε ένα πρωτόκολλο κατά των ιών που δημοσιεύθηκε το 1980 (8).

Δεδομένης της αντιϊικής δράσης της βιταμίνης C, αξίζει η επιστημονική κοινότητα να ερευνήσει την προληπτική και θεραπευτική δράση της βιταμίνης C σε υψηλές δόσεις κατά του κοροναϊού.

Οι περισσότεροι θάνατοι από κορονοϊό προκαλούνται από πνευμονία. Η βιταμίνη C είναι γνωστό για πάνω από 80 χρόνια ότι ωφελεί σε μεγάλο βαθμό τους ασθενείς με πνευμονία.

Το 1936 οι Gander και Niederberger διαπίστωσαν ότι η βιταμίνη C μείωσε τον πυρετό και μείωσε τον πόνο στους ασθενείς με πνευμονία (9).

Επίσης, το 1936, ο Hochwald ανέφερε ανεξάρτητα παρόμοια αποτελέσματα. Έδινε 500 mg βιταμίνης C κάθε ενενήντα λεπτά (10).

Ο McCormick έδινε 1000 mg βιταμίνης C ενδοφλέβια, ακολουθούμενη από 500 mg από το στόμα κάθε ώρα. Επανέλαβε την ένεση τουλάχιστον μία φορά. Την τέταρτη ημέρα, ο ασθενής του αισθάνθηκε τόσο καλά που ξανάρχισε οικειοθελώς τη δουλειά, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις (11).

Το 1944 οι Slotkin και Fletcher ανέφεραν την προφυλακτική και θεραπευτική αξία της βιταμίνης C στη βρογχοπνευμονία, το απόστημα των πνευμόνων και την πυώδη βρογχίτιδα. «Η βιταμίνη C έχει ανακουφίσει σημαντικά αυτή την πάθηση και αποκαθιστά αμέσως την κανονική πνευμονική λειτουργία» (12).

Ο Slotkin ανέφερε επίσης ότι «η βιταμίνη C έχει χρησιμοποιηθεί συστηματικά από τους γενικούς χειρουργούς στο νοσοκομείο Millard Fillmore, Buffalo, ως προφυλακτικό έναντι της πνευμονίας, με πλήρη εξαφάνιση αυτής της επιπλοκής» (13).

Είναι ένα πράγμα να είναι κάποιος άρρωστος από έναν ιό και ένα άλλο πράγμα εξ ολοκλήρου να πεθάνει από μια ιογενή-προκληθείσα ασθένεια. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μόνο 200 mg βιταμίνης C ημερησίως οδήγησαν σε μείωση κατά 80% των θανάτων σε σοβαρά άρρωστους ασθενείς με αναπνευστική νόσο σε μια μελέτη που διεξήχθη το 1994 (14). Η δοσολογία αυτή ήταν πάρα πολύ μικρή. Μια κάψουλα βιταμίνης C του εμπορίου περιέχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα βιταμίνης C από αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη.

Ο Frederick R. Klenner και ο Robert F. Cathcart θεράπευσαν επιτυχώς τη γρίπης και την πνευμονία με πολύ υψηλές δόσεις βιταμίνης C. Ο Klenner δημοσίευσε τα αποτελέσματα του από το 1940 (15-18), Ο Cathcart ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 (19-20). Χρησιμοποίησαν τόσο στοματική όσο και ενδοφλέβια χορήγηση.

Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (placebo) μελέτη του 2014 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η βιταμίνη C θα πρέπει να συμπεριληφθεί στο πρωτόκολλο θεραπείας παιδιών με πνευμονία έτσι ώστε η θνησιμότητα και η νοσηρότητα να μειωθούν». Σε αυτή τη μελέτη, η πλειοψηφία των παιδιών ήταν βρέφη ηλικίας κάτω του ενός έτους. Με βάση το σωματικό βάρος, η μέτρια δόση των 200 mg που χορηγήθηκε στα μωρά θα ήταν στην πραγματικότητα ισοδύναμη με 2.000-3.000 mg/ημέρα για έναν ενήλικα. «Η βιταμίνη C είναι αποτελεσματική στη μείωση της διάρκειας της βαριάς πνευμονίας σε παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών. Ο κορεσμός οξυγόνου βελτιώθηκε σε λιγότερο από μία ημέρα» (21).

Οι υψηλές δόσεις βιταμίνης C βοηθούν στη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό Epstein-Barr, σύμφωνα με μια μελέτη του 2014 (22).

Σύμφωνα με μια μελέτη του 2018 οι υψηλές δόσεις βιταμίνης C είναι αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της γρίπης (23).

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι η βιταμίνη C είναι αποτελεσματική για την πρόληψη και θεραπεία ιογενών παθήσεων (24).

Η Κίνα διεξάγει κλινική δοκιμή 24.000 mg/ημέρα ενδοφλέβιας βιταμίνης C για τη θεραπεία ασθενών με κορονοϊό και σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (25). Οι συμμετέχοντες θα λάβουν ενδοφλέβια βιταμίνη C για 7 ημέρες στο νοσοκομείο Zhongnan του Πανεπιστημίου Wuhan. Η τιμή και οι ευχαριστίες οφείλονται στον γιατρό Zhiyong Peng για το γεγονός αυτό. Είναι ο επικεφαλής γιατρός και καθηγητής στο νοσοκομείο.

Διαβάστε το άρθρο μου: «Η Κίνα διεξάγει κλινική δοκιμή με ενδοφλέβια βιταμίνη C για τη θεραπεία ασθενών με κορονοϊό».

Η ενδοφλέβια βιταμίνη C χρησιμοποιείται ήδη στην Κίνα κατά του κορονοϊού COVID-19. Στην Κίνα έχει ιδρυθεί η Ιατρική και Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή της Διεθνούς Ιατρικής Ομάδας Υποστήριξης της Ενδοφλέβιας Βιταμίνης C. Ο διευθυντής της είναι ο Richard Z. Cheng, MD, PhD. Ο διευθύνων σύμβουλος είναι ο Hong Zhang, PhD. Μεταξύ των άλλων μελών της ομάδας περιλαμβάνονται ο Qi Chen, PhD (Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου του Κάνσας), Jeanne Drisko, MD (Καθηγητής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου του Κάνσας), Thomas E. Levy, MD, JD. και Atsuo Yanagisawa, MD, PhD. (Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Kyorin, Τόκιο).

Ο Dr. Richard Cheng αναφέρει από την Κίνα την πρώτη εγκεκριμένη μελέτη 12.000 έως 24.000 mg/ημέρα ενδοφλέβιας βιταμίνης C. Ο γιατρός ζητά επίσης την άμεση χρήση της βιταμίνης C για την πρόληψη του κορονοϊού (COVID-19).

Μια δεύτερη κλινική δοκιμή ενδοφλέβιας βιταμίνης C ανακοινώθηκε στην Κίνα στις 13 Φεβρουαρίου. Σε αυτή τη δεύτερη μελέτη, λέει ο Dr. Cheng , «Σχεδιάζουν να χορηγήσουν 6.000 mg/ημέρα και 12.000 mg/ημέρα καθημερινά για μέτριες και σοβαρές περιπτώσεις. Επίσης, επικοινωνούμε με άλλα νοσοκομεία για την έναρξη κλινικών μελετών για ενδοφλέβια βιταμίνη C. Θα θέλαμε να δούμε την από του στόματος βιταμίνη C που περιλαμβάνεται στις μελέτες αυτές, καθώς οι στοματικές μορφές μπορούν να εφαρμοστούν σε περισσότερους ασθενείς και στο σπίτι».

Και στις 21 Φεβρουαρίου 2020 ανακοινώθηκε μια τρίτη ερευνητική μελέτη που εγκρίθηκε τώρα για ενδοφλέβια βιταμίνη C για τον COVID-19.

Διαβάστε το άρθρο μου: «Τρεις έρευνες ενδοφλέβιας βιταμίνης C έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία του κορονοϊού στην Κίνα».

Η δοσολογία για τη στοματική λήψη βιταμίνης C είναι 5000-10.000 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις. Επειδή θα λαμβάνετε υψηλές δόσεις βιταμίνης C, προτιμήστε βιταμίνη C σε σκόνη. Όσοι έχουν ευαίσθητο στομάχι, θα πρέπει να παίρνουν buffered vitamin C.

Βιταμίνη D

Η βιταμίνη D έχει ένα σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπου και μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ορισμένων ιογενών και βακτηριακών λοιμώξεων με ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης σε τέτοια παθογόνα (26-27). Τα επίπεδα της βιταμίνη D στο αίμα φαίνεται να σχετίζονται με λοιμώξεις του αναπνευστικού, 4 ng/mL αύξηση των επιπέδων της βιταμίνης D αντιστοιχεί σε περίπου μείωση 7-10% του κινδύνου μόλυνσης (28-29). Επιπλέον, η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο γρίπης και λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (30). Σε μια περιεκτική ανασκόπηση, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 10.933 συμμετέχοντες σε 25 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που εξέταζαν την επίδραση της βιταμίνης D στον κίνδυνο οξείας αναπνευστικής μόλυνσης, όπως τα κρυολογήματα και η γρίπη. Η ανάλυση έδειξε ότι όσοι λάμβαναν ημερήσια ή εβδομαδιαία συμπληρώματα βιταμίνης D, σε δόσεις που κυμαίνονταν από 300 IU έως 4000 IU την ημέρα, είχαν 19% μείωση στον κίνδυνο οξείας αναπνευστικής λοίμωξης και εκείνοι με ανεπάρκεια βιταμίνης D (επίπεδα κάτω από 25 nmol/L ή 10 ng/mL) στην αρχή της δοκιμής παρουσίασαν μεγαλύτερη προστατευτική επίδραση. Η μείωση του κινδύνου δεν παρατηρήθηκε σε συμμετέχοντες που λάμβαναν μεμονωμένες μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (30.000 IU ή περισσότερο), είτε μία φορά είτε σε διαστήματα ενός έως τριών μηνών, είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με ημερήσιες ή εβδομαδιαίες δόσεις (31). Σε μία κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε το 2010 στο Αμερικανικό Περιοδικό Κλινικής Διατροφής (American Journal of Clinical Nutrition), 1200 IU βιταμίνης D μείωσαν τη συχνότητα γρίπης Α κατά 64% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στους μαθητές που δεν είχαν λάβει πρόσθετα συμπληρώματα βιταμίνης D (32). Ομοίως, σε μια δοκιμή 3 ετών που δημοσιεύθηκε το 2007 στο περιοδικό Επιδημιολογία και Μόλυνση (Epidemiology and Infection), μετεμμηνοπαυσιακές αφροαμερικανίδες που λάμβαναν 2000 IU βιταμίνης D ημερησίως ανέφεραν σημαντικά λιγότερη συχνότητα εμφάνισης της γρίπης σε σύγκριση με εκείνες που έλαβαν εικονικό φάρμακο (33).

Θεωρητικά, τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να παράγουν μια επαρκή ποσότητα καθελισιδίνης (cathelicidin) (ένα φυσικό αντιμικροβιακό και αντι-ιικό) για να θεραπεύσουν ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού όπως το κοινό κρυολόγημα. Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα υψηλότερα επίπεδα της βιταμίνης D συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο προσβολής από εποχιακή ιογενή λοίμωξη.

Η βιταμίνη D παράγεται στο δέρμα από τον πρόδρομό της 7-dehydrocholesterol μετά από διέγερση με υπεριώδες φως Β (UVB) (π.χ. ηλιακό φως). Στη συνέχεια τελικά μετατρέπεται σε 1,25-dihydroxyvitamin D3, η οποία συνδυάζεται με τους υποδοχείς της βιταμίνης D για να προκαλέσει μια ανοσολογική απόκριση, η οποία μπορεί να είναι αποτελεσματική κατά της λοίμωξης από γρίπη.

Οι ειδικοί συνιστούν ότι τα ιδανικά επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στο αίμα είναι 50-80 ng/mL. Εάν τα επίπεδά σας είναι κάτω από 50 ng/mL, με τα πρώτα συμπτώματα κρυολογήματος ή γρίπης οι ειδικοί συνιστούν να λάβετε 50.000 IU βιταμίνης D την πρώτη ημέρα και αυτή η υψηλή δόση να συνεχιστεί για 3 ακόμη ημέρες. Σταδιακά μειώστε τη δόση σε περίπου 5000 IU βιταμίνης D ημερησίως. Εάν ήδη λαμβάνετε περίπου 5000 IU βιταμίνης D ημερησίως πριν σας πιάσει το κρυολόγημα ή η γρίπη, τότε δεν χρειάζεται να αυξήσετε την πρόσληψη βιταμίνης D. Απλώς συνεχίστε με την ίδια δόση. Θα πρέπει να διαλέγετε συμπληρώματα βιταμίνης D3 και να τα συνδυάζετε με βιταμίνη Κ2. Η βιταμίνη D3 και η βιταμίνη Κ2 θα πρέπει να λαμβάνεται με γεύματα που περιέχουν λίπος, όπως για παράδειγμα ελαιόλαδο.

 

Παστίλιες ψευδαργύρου

Το σώμα μας χρειάζεται ψευδάργυρο για να κατασκευάσει πάνω από διακόσια διαφορετικά ένζυμα, συμπεριλαμβανομένων των ενζύμων που είναι κρίσιμα για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Ο ψευδάργυρος χρειάζεται για την κατασκευή των λευκών αιμοσφαιρίων και την υποστήριξη των ουδετερόφιλων, των κυττάρων Τ και των φυσικών φονικών κυττάρων (34-37). Η έλλειψη ψευδαργύρου, η οποία είναι συχνή μεταξύ των ηλικιωμένων, μπορεί να βλάψει την κυτταρική ανοσία. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μόλυνσης. Δυστυχώς, η έλλειψη ψευδαργύρου είναι ένα κοινό πρόβλημα που επηρεάζει περίπου 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ακόμη και πολλούς ανθρώπους των δυτικών κοινωνιών. Η διόρθωση της ανεπάρκειας του ψευδαργύρου μέσω συμπληρωμάτων έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική για μια ποικιλία μολύνσεων. Αυτό συμβαίνει επειδή ο ψευδάργυρος επηρεάζει την έκφραση της ιντερλευκίνης-2, η οποία βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα να αποκρούσει τους ιούς (38). Σε μια διεξοδική ανάλυση των επιπτώσεων των παστίλιων ψευδαργύρου στις ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος που δημοσιεύθηκε το 2011 στο περιοδικό The Open Respiratory Medicine Journal, δόσεις μεγαλύτερες από 75 mg ημερησίως φάνηκαν ότι μειώνουν τη διάρκεια των συμπτωμάτων κατά 20 έως 42%. Οι συγγραφείς αυτής της μελέτης τόνισαν ότι δόσεις μικρότερες από 75 mg ημερησίως δεν συντομεύουν τη διάρκεια ασθένειας (39). Σε μια μελέτη μάλιστα φάνηκε ότι ο συνδυασμός 1000 mg βιταμίνης C μαζί με 10 mg ψευδαργύρου σε ασθενείς με κοινό κρυολόγημα μείωσε γρηγορότερα τα συμπτώματα της ρινόρροιας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) (40).  Μια περιεκτική επισκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η λήψη συμπληρωμάτων ψευδαργύρου συνδέεται με σημαντική μείωση της διάρκειας και της σοβαρότητας του κοινού κρυολογήματος (όταν χορηγείται εντός 24 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων). Διαπιστώθηκε επίσης από την προαναφερθείσα μελέτη ότι η λήψη συμπληρωμάτων ψευδαργύρου για 5 μήνες ήταν χρήσιμη για την πρόληψη του κοινού κρυολογήματος.

Διαλύστε πλήρως στο στόμα μία παστίλια που περιέχει 18,75 mg οξικού ψευδαργύρου (zinc acetate) κάθε δύο ώρες όσο είστε ξύπνιοι. Μην υπερβαίνετε τις 8 παστίλιες ημερησίως και μην τις χρησιμοποιείτε για περισσότερο από τρεις συνεχόμενες ημέρες.

 

 

Λακτοφερρίνη

Η λακτοφερρίνη είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που βρίσκεται φυσιολογικά στο γάλα των ανθρώπων και των αγελάδων. Βρίσκεται επίσης σε πολλά άλλα υγρά του σώματος όπως το σάλιο, τα δάκρυα, η βλέννα και η χολή. Η λακτοφερρίνη βρίσκεται σε υψηλότερες ποσότητες στο πρωτόγαλα, τον πρώτο τύπο μητρικού γάλακτος που παράγεται μετά τη γέννηση ενός μωρού. Οι κύριες λειτουργίες της λακτοφερρίνης στο σώμα περιλαμβάνουν τη δέσμευση και τη μεταφορά του σιδήρου. Βοηθά επίσης στην καταπολέμηση λοιμώξεων. Η λακτοφερρίνη εμπλέκεται στην ανοσοαπόκριση και σε διάφορες άλλες λειτουργίες (41). Η λακτοφερρίνη έχει καλά τεκμηριωμένες αντιβακτηριακές, αντι-ιικές και αντιμυκητιακές ιδιότητες (42-43). Φαίνεται να ασκεί αντιϊικές δράσεις ενεργοποιώντας την αντι-ιική κυτοκίνη ιντερφερόνη (ΙFΝ)-α/β και ενισχύοντας τη δραστικότητα των φυσικών φονικών κυττάρων (ΝΚ) και τις αποκρίσεις της κυτοκίνης Th1 (44). Μερικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χορήγηση λακτοφερρίνης μπορεί να μειώσει τη συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα των κοινών ιογενών λοιμώξεων της αναπνευστικής οδού, όπως το κρυολόγημα και η γρίπη (44-45). Στόχος μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε το 2013 στο περιοδικό Complementary Therapies in Medicine ήταν να προσδιοριστεί εάν ένας συνδυασμός βοδινής λακτοφερρίνης/πρωτεΐνης ορού γάλακτος (Lf/IgF) ήταν αποτελεσματικός στη μείωση του αριθμού των κρυολογημάτων και με τη σειρά του στη βελτίωση της ανάρρωσης των συμπτωμάτων σε μια ομάδα ανδρών και γυναικών που ανέφεραν ότι συχνά κολλάνε κρυολόγημα. Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν: «Αυτά τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι ο συνδυασμός Lf/IgF μείωσε σημαντικά την εμφάνιση κρυολογημάτων και τον σωρευτικό αριθμό συμπτωμάτων που σχετίζονται με το κρυολόγημα έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo). Αυτός ο θεραπευτικός συνδυασμός μπορεί να ενδείκνυται για την πρόληψη των κρυολογημάτων και των πιο κοινών συμπτωμάτων του στο γενικό πληθυσμό όταν χορηγείται ως προληπτικό συμπλήρωμα» (45). Επομένως η λακτοφερρίνη έχει προληπτική δράση κατά των ιογενών λοιμώξεων.

Το 2005, οι ερευνητές ανέφεραν ότι το γονίδιο που κωδικοποιεί τη λακτοφερρίνη ήταν ιδιαίτερα ρυθμισμένο σε ασθενείς που επλήγησαν από την επιδημία SARS που εμφανίστηκε το 2003, υποδηλώνοντας ότι παίζει ρόλο στην έμφυτη ανοσολογική αντίδραση στη λοίμωξη (46). Μία μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2011 στο περιοδικό PLoS One έδειξε ότι η λακτοφερρίνη απέτρεψε το κορονοϊό του 2003 να εισέλθει σε κύτταρα ξενιστές (47).

Το 2014 στο Journal of Infection and Chemotherapy, που είναι το επίσημο περιοδικό της Ιαπωνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας, αναγράφηκαν τα εξής για την λακτοφερρίνη: «Αν και η λακτοφερρίνη έχει πολλές βιολογικές λειτουργίες, τα προστατευτικά αποτελέσματα του ξενιστή έναντι των παθογόνων μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων, των μυκήτων και των ιών, θεωρούνται ως μία από τις πιο σημαντικές. Εδώ εξετάζουμε την έρευνα για τον προστατευτικό ρόλο της χορήγησης λακτοφερρίνης έναντι των κοινών ιογενών λοιμώξεων. Πολλές μελέτες έχουν δείξει την in vitro αντιϊική δραστικότητα της λακτοφερρίνης κατά ιικών παθογόνων που προκαλούν κοινές λοιμώξεις όπως το κοινό κρυολόγημα, η γρίπη, η γαστρεντερίτιδα, το καλοκαιρινό κρυολόγημα και ο έρπης, όπου η λακτοφερρίνη αναστέλλει κυρίως τη δέσμευση του ιού στα κύτταρα-στόχους. Πρόσφατα, οι μελέτες που δείχνουν τις in vivo προστατευτικές επιδράσεις της λακτοφερρίνης από την από του στόματος χορήγηση κατά κοινών ιογενών λοιμώξεων αυξάνονται. Για παράδειγμα, ο νοροϊός είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό ανθρώπινο παθογόνο που προκαλεί την πλειοψηφία των επιδημιών γαστρεντερίτιδας παγκοσμίως που μπορεί να είναι υποψήφιος στόχος για τη λακτοφερρίνη. Η κατανάλωση λακτοφερρίνης μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης της νοραϊκής γαστρεντερίτιδας στα παιδιά και παρατηρήθηκε παρόμοια επίδραση σε ένα ευρύ φάσμα ηλικιών σε προκαταρκτική έρευνα…Συμπερασματικά, η κατανάλωση λακτοφερρίνης μπορεί να προστατεύει τον ξενιστή από ιικές μολύνσεις μέσω αναστολής της προσκόλλησης ενός ιού στα κύτταρα, της αντιγραφής του ιού στα κύτταρα και της ενίσχυσης των συστημικών ανοσολογικών λειτουργιών» (44).

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Molecules το 2011 αναφέρονται τα εξής: «Η λακτοφερρίνη, μια πολυλειτουργική γλυκοπρωτεΐνη δέσμευσης σιδήρου, παίζει σημαντικό ρόλο στους ανοσορυθμιστικούς και αμυντικούς μηχανισμούς κατά των βακτηριδίων, των μυκήτων και των ιών. Η ικανότητα παρακράτησης σιδήρου της λακτοφερρίνης σχετίζεται με την αναστολή της μικροβιακής ανάπτυξης καθώς και με τη ρύθμιση της κινητικότητας, της συσσωμάτωσης και του σχηματισμού βιοφίλμ των παθογόνων βακτηρίων. Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα δέσμευσης του σιδήρου, η λακτοφερρίνη αλληλεπιδρά με τις μικροβιακές, ιικές και κυτταρικές επιφάνειες, εμποδίζοντας έτσι τη μικροβιακή και ιική προσκόλληση και την είσοδο στα κύτταρα-ξενιστές. Η λακτοφερίνη μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο ως πρωταρχικός παράγοντας άμυνας έναντι λοιμώξεων του βλεννογόνου, αλλά επίσης και ως πολυσθενής ρυθμιστής που αλληλεπιδρά με ιικές μολυσματικές διεργασίες…Η ικανότητα της λακτοφερρίνης να ασκεί ισχυρή αντιιική δραστικότητα, μέσω της δέσμευσης σε κύτταρα-ξενιστές ή/και ιικά σωματίδια, και η πυρηνική της θέση ενισχύει την ιδέα ότι η λακτοφερρίνη είναι ένας σημαντικός φραγμός στον βλεννογόνο τοίχωμα, αποτελεσματικό έναντι ιικών επιθέσεων και θα μπορούσε να εφαρμόζεται ως νέα στρατηγική για τη θεραπεία των ιογενών λοιμώξεων» (48).

Αν και δεν έχει δοκιμαστεί για τον COVID-19, αξίζει να λαμβάνεται προληπτικά για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η δοσολογία είναι 250 mg μία έως έξι φορές την ημέρα με τα γεύματα.

 

Σελήνιο

Το σελήνιο έχει σημαντικές αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις και αντι-ιικές δράσεις στο σώμα και η ανεπάρκεια συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ιογενούς μόλυνσης (49). Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, η κακή κατάσταση σεληνίου συσχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα και έχει αναφερθεί ότι η λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου επιβραδύνει την πρόοδο της ανοσολογικής δυσλειτουργίας και μειώνει τις εισαγωγές στο νοσοκομείο (50). Μερικοί ερευνητές πρότειναν ότι η έλλειψη σεληνίου στα τοπικά εδάφη μπορεί να συνέβαλε στο ξέσπασμα του SARS το 2003 (51). Το σελήνιο παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του αντιοξειδωτικού ενζύμου γλουταθειόνη υπερροξειδάση. Ως εκ τούτου, επηρεάζει όλα τα συστατικά του ανοσοποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και της δραστηριότητας των λευκών αιμοσφαιρίων. Το σελήνιο ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορεί να προσφέρει προστασία έναντι ορισμένων παθογόνων (52-53). Η έλλειψη σεληνίου συντελεί σε κατεσταλμένη ανοσοποιητική λειτουργία, ενώ η συμπληρωματική χορήγηση σεληνίου συντελεί σε αύξηση και αποκατάσταση των ανοσοποιητικών λειτουργιών (54). Η έλλειψη σεληνίου έχει φανεί ότι εμποδίζει την ανθεκτικότητα στις λοιμώξεις ως αποτέλεσμα εξασθενημένης λειτουργίας των λευκών αιμοσφαιρίων και του θύμου, ενώ η λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου (200 mcg καθημερινά) έχει φανεί ότι διεγείρει τη λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων και του θύμου (55).

Τα δεδομένα δείχνουν ότι η έλλειψη σεληνίου προωθεί την εξάπλωση της γρίπης αυξάνοντας τη λοιμογόνο δύναμή του, και αυξάνει την ευαισθησία σε ιογενείς λοιμώξεις παρεμβαίνοντας στις προκαλούμενες από τη γρίπη ανθρώπινες αμυντικές αντιδράσεις του ξενιστή (56-58).

Η δοσολογία είναι 200 mcg σεληνίου.

 

Προβιοτικά

Ένα αυξανόμενο σύνολο στοιχείων δείχνει ότι τα προβιοτικά συμπληρώματα με τα είδη Bifidobacterium και Lactobacillus μπορούν να ενισχύσουν την αντιιική ανοσολογική δράση και μπορεί να μειώσουν την εμφάνιση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των μολύνσεων του ιϊκού αναπνευστικού συστήματος όπως η γρίπη (59-60).  Σε μελέτη του 2017 που δημοσιεύθηκε στο Journal of Evidence-based Complementary and Alternative Medicine αναφέρονται τα εξής: «Τα προβιοτικά βρέθηκαν καλύτερα από το εικονικό φάρμακο (placebo) για τη μείωση των επεισοδίων οξέων λοιμώξεων της ανώτερης αναπνευστικής οδού, του ρυθμού επεισοδίων οξείας λοίμωξης της ανώτερης αναπνευστικής οδού και της μείωσης της χρήσης αντιβιοτικών» (59). Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2019 στο Frontiers in Pharmacology αναφέρονται τα εξής: «Οι οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος ιικής προέλευσης επιβαρύνουν σημαντικά τους πόρους της υγειονομικής περίθαλψης και την κοινωνία. Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές έχουν δείξει θετικές επιδράσεις των προβιοτικών σε κλινικές εκβάσεις σε αυτές τις κοινώς εμφανιζόμενες οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Δύο μετα-αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν από την York Health Economics Consortium (YHEC) και την Cochrane ανέφεραν την αποτελεσματικότητα των προβιοτικών για τη μείωση της συχνότητας εμφάνισης και της διάρκειας των οξέων λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος, τον αριθμό των κύκλων αντιβιοτικών και τις ημέρες απουσίας από την εργασία» (60).

 

Γαλλική επιγαλλοκατεχίνη (EGCG)

Η EGCG είναι μια πολυφαινόλη του πράσινου τσαγιού. Λόγω των ευρέων αντιϊκών επιδράσεών της, η EGCG έχει προταθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος παράγοντας για την πρόληψη και τη θεραπεία ιικών λοιμώξεων όπως το SARS και το MERS (61-62).

Η δοσολογία είναι 400 mg ημερησίως με φαγητό.

 

Βιταμίνη Α

Όταν ανακαλύφθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα ονομάστηκε «φάρμακο κατά των λοιμώξεων». Η βιταμίνη Α ενισχύει την ικανότητα του ανοσοποιητικού μας συστήματος να αντιστέκεται στις λοιμώξεις. Αν αρρωστήσουμε, βιταμίνη Α (μαζί με βιταμίνη C και ψευδάργυρο) μπορούν να βοηθήσουν στη γρήγορη εξάλειψη της λοίμωξης.

Η βιταμίνη Α επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα με διάφορους τρόπους. Πρωτίστως, παίζει ουσιώδες ρόλο στη διατήρηση των επιφανειών του δέρματος, του αναπνευστικού σωλήνα, του γαστρεντερικού σωλήνα και άλλων ιστών του σώματος καθώς και τις εκκρίσεις τους. Αυτά τα συστήματα επιφανειών αποτελούν έναν βασικό φραγμό στους μικροοργανισμούς. Πέρα από αυτόν τον ρόλο, η βιταμίνη Α έχει φανεί ότι διεγείρει και ενισχύει πολυάριθμες ανοσοποιητικές διαδικασίες, όπως αντιογκική δράση, αύξηση και βελτίωση της λειτουργίας των λευκών αιμοσφαιρίων και αυξημένη ανταπόκριση αντισωμάτων (63). Αυτές οι επιδράσεις δεν οφείλονται απλώς σε αντιστροφή της έλλειψης βιταμίνης Α, λόγω του ότι πολλές από αυτές τις επιδράσεις ενισχύονται περαιτέρω από μεγάλες δόσεις βιταμίνης Α.

Η βιταμίνη Α έχει επίσης δείξει σημαντική αντιιική δραστηριότητα και έχει αποτρέψει την ανοσοποιητική καταστολή που προκαλείται από τις ορμόνες των επινεφριδίων, σοβαρά εγκαύματα και εγχείρηση. Μερικές από αυτές τις επιδράσεις σχετίζονται προφανώς με την ικανότητα της βιταμίνης Α να αποτρέπει την προκαλούμενη από το στρες συρρίκνωση του θύμου αδένα και να προάγει την ανάπτυξη του θύμου.

Οι άνθρωποι που έχουν έλλειψη βιταμίνης Α είναι πιο επιρρεπείς σε μολυσματικές ασθένειες γενικά, ιδιαίτερα όμως στις ιικές μολύνσεις. Επιπλέον, οι αποθήκες βιταμίνης Α πέφτουν συνήθως κατά τη διάρκεια μιας μόλυνσης.

Η δοσολογία είναι 10.000 IU με ένα γεύμα που περιέχει λίπος, όπως για παράδειγμα ελαιόλαδο. Με τα πρώτα συμπτώματα, παίρνετε για λίγες μέρες 50.000 IU και μετά μειώνετε στις 10.000 IU. Οι έγκυες γυναίκες δεν θα πρέπει να παίρνουν συμπληρώματα βιταμίνης Α.

 

Σκόρδο

Το σκόρδο έχει ισχυρή αντιϊική δράση (64-65). Πάρτε 9,000-18,000 mg συμπλήρωμα σκόρδου υψηλό σε αλικίνη κάθε μέρα μέχρι τα συμπτώματα να υποχωρήσουν. Πάρτε το μαζί με φαγητό για να ελαχιστοποιήσετε τον ερεθισμό του στομάχου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Pauling L., Vitamin C and the Common Cold, 1970
  2. Hemila H., Vitamin C and the common cold, Br J Nutr, 67, 3-16, 1992 https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/1547201
  3. Heimer KA, Hart AM, Martin LG, Rubio-Wallace S. Examining the evidence for the use of vitamin C in the prophylaxis and treatment of the common cold. J Am Acad Nurse Pract. 2009;21(5):295-300. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/19432914
  4. Jariwalla RJ, and Harakeh S. Antiviral and Immunomodulatory Activities of Ascorbic Acid. SubcellBiochem. 1996 25(213-31). https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/8821976
  5. Anderson R. The Immunostimulatory, Antiinflammatory and Anti-Allergic Properties of Ascorbate. AdvNutr Res. 1984 6(19-45. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/6095623
  6. Gorton HC, Jarvis K. The effectiveness of vitamin C in preventing and relieving the symptoms of virus-induced respiratory infections. J Manipulative PhysiolTher. 1999;22(8):530-533. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/10543583
  7. Klenner FR. The treatment of poliomyelitis and other virus diseases with vitamin C. J South Med Surg 1949, 111:210-214. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18147027
  8. Cathcart RF. The method of determining proper doses of vitamin C for treatment of diseases by titrating to bowel tolerance. Australian Nurses J 1980, 9(4):9-13. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/6770828
  9. Gander and Niederberger. Vitamin C in the handling of pneumonia.” Munch. Med. Wchnschr., 31: 2074, 1956.
  10. Hochwald A. Beobachtunger fiber Ascorbinsaure Wirkung bei der Krupposen Pneumonia.” Wien. Arch. f. inn. Med., 353, 1936.
  11. McCormick WJ. Have we forgotten the lesson of scurvy? J Applied Nutrition, 1962, 15:1 & 2, 4-12.
  12. Slotkin & Fletcher. Ascorbic acid in pulmonary complications following prostatic surgery.” Jour. Urol., 52: Nov. 6, 1944.
  13. Slotkin GE. Personal communication with WJ McCormick. December 2, 1946.
  14. Hunt C et al. The clinical effects of Vitamin C supplementation in elderly hospitalised patients with acute respiratory infections. Int J Vitam Nutr Res 1994;64:212-19. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/7814237
  15. Klenner FR. Observations on the dose and administration of ascorbic acid when employed beyond the range of a vitamin in human pathology. J Applied Nutrition 1971, 23:3&4.
  16. Klenner FR. (1948) Virus pneumonia and its treatment with vitamin C. J South Med Surg 110:36-8.
  17. Klenner, FR. (1951) Massive doses of vitamin C and the virus diseases. J South Med and Surg, 113:101-107.
  18. Klenner, FR. (1971) Observations on the dose and administration of ascorbic acid when employed beyond the range of a vitamin in human pathology. J. App. Nutr., 23:61-88.
  19. Cathcart RF. (1981) Vitamin C, titrating to bowel tolerance, anascorbemia, and acute induced scurvy. Med Hypotheses. 7:1359-76.
  20. Cathcart RF. (1993) The third face of vitamin C. J Orthomolecular Med, 7:197-200.
  21. Khan IM et al. (2014) Efficacy of vitamin C in reducing duration of severe pneumonia in children. J Rawalpindi Med Col (JRMC). 18(1):55-57. https://www.journalrmc.com/volumes/1405749894.pdf
  22. Mikirova N, Hunninghake R. (2014) Effect of high dose vitamin C on Epstein-Barr viral infection. Med Sci Monit. 20:725-732. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/24793092
  23. Gonzalez MJ, Berdiel MJ, Duconge J, Levy TE, Alfaro IM, Morales-Borges R, Marcial-Vega, V, Olalde J. (2018) High Dose Vitamin C and Influenza: A Case Report. J Orthomol Med. 33(3) https://isom.ca/article/high-dose-vitamin-c-influenza-case-report/
  24. Murata A. (1975) Virucidal activity of vitamin C: Vitamin C for the prevention and treatment of viral diseases. Proceedings of the First Intersectional Congress of Microbiological societies, Science Council of Japan, 3:432-42.
  25. Vitamin C Infusion for the Treatment of Severe 2019-nCoV Infected Pneumonia https://clinicaltrials.gov/ct2/show/NCT04264533
  26. Beard JA, Bearden A, Striker R. Vitamin D and the anti-viral state. J ClinVirol. 2011;50(3):194-200. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21242105
  27. Grant WB, Goldstein M, Mascitelli L. Ample evidence exists from human studies that vitamin D reduces the risk of selected bacterial and viral infections. ExpBiol Med. 2010;235(12):1395-1396. https://www.researchgate.net/publication/49695739_Ample_evidence_exists_from_human_studies_that_vitamin_D_reduces_the_risk_of_selected_bacterial_and_viral_infections
  28. Berry DJ, Hesketh K, Power C, Hypponen E. Vitamin D status has a linear association with seasonal infections and lung function in British adults. Br J Nutr. 2011;106(9):1433-40. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21736791
  29. Cannell JJ. The difference between a prophet and a madman. Br J Nutr. 2011;106(9):1317-8. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21736783
  30. Cannell JJ, Hollis BW. Use of vitamin D in clinical practice. Altern Med Rev. 2008;13(1):6-20. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18377099
  31. Martineau AR, Jolliffe DA, Hooper RL, et al. Vitamin D supplementation to prevent acute respiratory tract infections: systematic review and meta-analysis of individual participant data. BMJ. 2017 Feb 15;356:i6583. https://www.bmj.com/content/356/bmj.i6583
  32. Urashima M, Segawa T, Okazaki M, Kurihara M, Wada Y, Ida H. Randomized trial of vitamin D supplementation to prevent seasonal influenza A in schoolchildren. The American journal of clinical nutrition. May 2010;91(5):1255-1260. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/20219962
  33. Aloia JF, Li-Ng M. Re: epidemic influenza and vitamin D. Epidemiology and infection. Oct 2007;135(7):1095-1096; author reply 1097-1098. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17352842

34  Fraker PJ, King LE, Laakko T, Vollmer TL. The dynamic link between the integrity of the immune system and zinc status. J Nutr. 2000 May;130(5S Suppl):1399S-406S. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/10801951

35  Liu MJ, Bao S, Gálvez-Peralta M, et al. ZIP8 regulates host defense through zinc-mediated inhibition of NF-κB. Cell Rep. 2013 Feb 21;3(2):386-400. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23403290

36  Mocchegiani E, Muzzioli M. Therapeutic application of zinc in human immunodeficiency virus against opportunistic infections. J Nutr. 2000 May;130(5S Suppl):1424S-31S. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/10801955

  1. Shankar AH, Prasad AS. Zinc and immune function: the biological basis of altered resistance to infection. Am J Clin Nutr. 1998 Aug;68(2 Suppl):447S-463S. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/9701160
  2. Roxas M, Jurenka J. Colds and influenza: a review of diagnosis and conventional, botanical, and nutritional considerations. Altern Med Rev. 2007;12(1):25-48. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17397266
  3. Hemila H. Zinc lozenges may shorten the duration of colds: a systematic review. The open respiratory medicine journal. 2011;5:51-58. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21769305
  4. Singh M, Das RR. Zinc for the common cold. Cochrane Database Syst Rev. 2011;16(2):cd001364. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21328251
  5. Baveye S, Elass E, Mazurier J, Spik G, Legrand D. Lactoferrin: a multifunctional glycoprotein involved in the modulation of the inflammatory process. Clinical chemistry and laboratory medicine: CCLM/FESCC. Mar 1999;37(3):281-286. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/10353473
  6. Malaczewska J, Kaczorek-Lukowska E, Wojcik R, Siwicki AK. Antiviral effects of nisin, lysozyme, lactoferrin and their mixtures against bovine viral diarrhoea virus. BMC Vet Res. Sep 5 2019;15(1):318. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/31488163
  7. Ishikawa H, Awano N, Fukui T, Sasaki H, Kyuwa S. The protective effects of lactoferrin against murine norovirus infection through inhibition of both viral attachment and replication. Biochemical and biophysical research communications. May 17 2013;434(4):791-796. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23603257
  8. Wakabayashi H, Oda H, Yamauchi K, Abe F. Lactoferrin for prevention of common viral infections. J Infect Chemother. 2014b;20(11):666-671. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25182867
  9. Vitetta L, Coulson S, Beck SL, Gramotnev H, Du S, Lewis S. The clinical efficacy of a bovine lactoferrin/whey protein Ig-rich fraction (Lf/IgF) for the common cold: a double blind randomized study. Complementary therapies in medicine. Jun 2013;21(3):164-171. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23642947
  10. Reghunathan R, Jayapal M, Hsu LY, Chng HH, Tai D, Leung BP, Melendez AJ. Expression profile of immune response genes in patients with Severe Acute Respiratory Syndrome. BMC immunology. Jan 18 2005;6:2. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/15655079
  11. Lang J, Yang N, Deng J, Liu K, Yang P, Zhang G, Jiang C. Inhibition of SARS pseudovirus cell entry by lactoferrin binding to heparan sulfate proteoglycans. PLoS One. 2011;6(8):e23710. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21887302
  12. Berlutti F, Pantanella F, Natalizi T, et al. Antiviral properties of lactoferrin–a natural immunity molecule. Molecules. 2011 Aug 16;16(8):6992-7018. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21847071
  13. Wrobel JK, Power R, Toborek M. Biological activity of selenium: Revisited. IUBMB Life. 2016;68(2):97-105. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/26714931
  14. Muzembo BA, Ngatu NR, Januka K, et al. Selenium supplementation in HIV-infected individuals: A systematic review of randomized controlled trials. Clin Nutr ESPEN. 2019;34:1-7. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/31677697
  15. Harthill M. Review: micronutrient selenium deficiency influences evolution of some viral infectious diseases. Biol Trace Elem Res. 2011;143(3):1325-1336. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21318622
  16. Hoffmann PR, Berry MJ. The influence of selenium on immune responses. Molecular Nutrition & Food Research. 2008;52(11):1273-1280. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18384097
  17. Goldson AJ, Fairweather-Tait SJ, Armah CN, et al. Effects of selenium supplementation on selenoprotein gene expression and response to influenza vaccine challenge: a randomised controlled trial. PLoS One. 2011;6(3). https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21445287
  18. Steinbrenner H, Al-Quraishy S, Dkhil MA, et al. Dietary selenium in adjuvant therapy of viral and bacterial infections. Adv Nutr. 2015 Jan 15;6(1):73-82. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25593145
  19. Kiremidjian-Schumacher L, Stotsky G., Selenium and immune responses, Environmental Res, 42, 1987: 277-303
  20. Jaspers I, Zhang W, Brighton LE, Carson JL, Styblo M, Beck MA. Selenium deficiency alters epithelial cell morphology and responses to influenza. Free RadicBiol Med. 2007;42(12):1826-1837. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17512462
  21. Stỳblo M, Walton FS, Harmon AW, Sheridan PA, Beck MA. Activation of superoxide dismutase in selenium-deficient mice infected with influenza virus. J Trace Elem Med Biol. 2007;21(1):52-62. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17317526
  22. Beck MA, Levander OA, Handy J. Selenium deficiency and viral infection. J Nutr. 2003;133(5 Suppl 1):1463S-1467S. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/12730444
  23. Mousa HA. Prevention and Treatment of Influenza, Influenza-Like Illness, and Common Cold by Herbal, Complementary, and Natural Therapies. J Evid Based Complementary Altern Med. 2017;22(1):166-174. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/27055821
  24. Lenoir-Wijnkoop I, Merenstein D, Korchagina D, Broholm C, Sanders ME, Tancredi D. Probiotics Reduce Health Care Cost and Societal Impact of Flu-Like Respiratory Tract Infections in the USA: An Economic Modeling Study. Front Pharmacol. 2019;10:980. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fphar.2019.00980/full
  25. Kaihatsu K, Yamabe M, Ebara Y. Antiviral Mechanism of Action of Epigallocatechin-3-O-gallate and Its Fatty Acid Esters. Molecules. 2018;23(10). https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30262731
  26. Hsu CH, Hwang KC, Chao CL, et al. An Evaluation of the Additive Effect of Natural Herbal Medicine on SARS or SARS-like Infectious Diseases in 2003: A Randomized, Double-blind, and Controlled Pilot Study. Evid Based Complement Alternat Med. 2008;5(3):355-362. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18830453
  27. Semba R.D., Vitamin A, immunity, and infection, Clin Inf Dis, 19, 489-99, 1994 https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/7811869
  28. Bayan L, Koulivand PH, Gorji A. Garlic: a review of potential therapeutic effects. Avicenna J Phytomed. 2014 Jan-Feb; 4(1): 1–14. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4103721/
  29. Tsai Y, Cole LL, Davis LE, et al. Antiviral Properties of Garlic: In vitro Effects on Influenza B, Herpes Simplex and Coxsackie Viruses. Planta Med. 1985 Oct;51(5):460-1. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17342616

 

Μάριος Δημόπουλος

Φυσικοπαθητικός (Doctor of Naturopathy)-Διατροφοπαθητικός-Συγγραφέας

Υποψήφιος PhD in Integrative Medicine

Μέλος του American Council of Applied Clinical Nutrition

Μέλος του American Association of Drugless Practitioners

Μέλος του American Association of Nutritional Consultants

Μέλος του Canadian Association of Natural Nutritional Practitioners

Μέλος της Association for Natural Medicine in Europe

Μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Διατροφολόγων

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies και έχετε διαβάσει την πολιτική απορρήτου μας. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο